Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ΓΑΣΤΡΑ. ΕΝΑΣ ΦΟΡΗΤΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ.


Η γάστρα ήταν ένα απαραίτητο σκεύος της υπαίθριας ζωής. Πολύ λίγες
οικογένειες διέθεταν μόνιμους φούρνους στα ορεινά χωριά. Για να ψήσουν ψωμί ή φαγητό του φούρνου, έπρεπε να βρουν άλλο τρόπο. Η λύση ήταν ένας φορητός και γρήγορος φούρνος. Αυτό ήταν η γάστρα.

Η γάστρα αποτελείτο από μια ημισφαιρική χονδρή λαμαρίνα, που στο πάνω μέρος είχε μια λαβή για να μπορούν να τη σηκώνουν με το «ξυθάλι». Χαμηλότερα από τη λαβή είχε ένα μεταλλικό στεφάνι για να κρατάει τις ζεστές στάχτες και τ' αναμμένα κάρβουνα. Στη «γωνιά», η οποία αποτελείτο από «σίμαλες» πλάκες για να κρατούν την θέρμανση, άναβαν δυνατή φωτιά από λεπτά ξύλα για να κάνουν γρήγορη και δυνατή φλόγα και να δημιουργούν κάρβουνα πολύ γρήγορα.
Πάνω σε αυτήν τη φοβερή φωτιά τοποθετούσαν τη γάστρα, η οποία γινόταν κατακόκκινη από τη δυνατή φλόγα. Όταν η φωτιά κατέπαυε, οι νοικοκυρές καθάριζαν τη γωνιά, έβαζαν το στρογγυλό ταψί με το ψωμί ή το φαγητό, μετά τη γάστρα και ύστερα τα κάρβουνα και τις ζεστές στάχτες πάνω και γύρω στη γάστρα και εσφράγιζε το φορητό φούρνο.

Σε δύο η τρεις ώρες το φαγητό ή το ψωμί ήταν έτοιμο.
Η γάστρα ήταν ένας πρωτόγονος φορητός φούρνος. Τον έπαιρνες μαζί σου, τον φόρτωνες στο γαϊδουράκι ή στο μουλάρι μαζί με τα πενιχρά τρόφιμα και με το πιτσιρίκι κάπου-κάπου. Έτσι μπορούσες να ψήσεις ψωμί (απαραίτητο), πίτες κρέας, μπακλαβά και άλλα.

Η γάστρα μαζί με την πυροστιά , το ξυθάλι, ένα κακάβι με το καπάκι για πιάτο, ήταν τα βασικά σκεύη της υπαίθριας κουζίνας.
κεραμικός μαστραπάς
Περιττό να πούμε ότι το φαγητό είχε υπέροχη γεύση, γιατί η γάστρα εσφράγιζε καλά και κρατούσε μέσα τα υγρά και έψηνε πολύ σιγά.
Άλλα σκεύη της χωριάτικης μαγειρικής ήταν το τηγάνι, το ταψί (στρογγυλό), η χουλιάρα (κουτάλα), ο τέτζερης, ο μαστραπάς και άλλα. Καλή Όρεξη!...

πηγή
διαβάστε περισσότερα » >

Ή περιγραφή τών κατοικιών καί τής ζωής στό χωριό.

Γενικά
Οικιστική μελέτη του χωριού & του συνοικισμού
Το λαϊκό σπίτι, αν το σκεφτούμε μέσα στη συνοικιστική του ομάδα, αποτελεί το ιερό καταφύγιο, αλλά και το ορμητήριο του πρώτου κοινωνικού πυρήνα, που είναι η οικογένεια. Γι' αυτό συγκεντρώνει την ύψιστη προσοχή του δημιουργού (νοικοκύρη ή οικοδόμου, για τα τρία κυριότερα στοιχεία της οργανικής του οντότητας, το στέρεο και εξυπηρετικό χτίσιμο, την καλή γειτνίαση και την πρακτική ομορφιά.

Η μελέτη λοιπόν της λαϊκής κατοικίας πρέπει να γίνεται στα πλαίσια του περιβάλλοντος και του συνόλου των άλλων σπιτιών. Υπάρχει "κοινωνία σπιτιών", όπως υπάρχει και η κοινωνία ανθρώπων. Ο μελετητής λαογράφος, πριν προχωρήσει στην περιγραφή των κατοικιών και της ζωής ενός χωριού, πρέπει να δώσει την συνολική μορφή και τα οικιστικά χαρακτηριστικά του χωριού, με την εξής σειρά:


Επταχώρι Καστορίας

1. Οπτική (πανοραματική) μορφή του χωριού.
Τα σχήματα συνήθως των συνοικισμών είναι: κυκλικά, ασύμμετρα και επιμήκη. Ο κυκλικός συνοικισμός (χωριό) συγκεντρώνεται γύρω από ένα ύψωμα (παλιόκαστρο), μια εκκλησία, μια πηγή ή μια αγορά. Οι δρόμοι του βγαίνουν έξω ακτινωτά. Ο επιμήκης (ή μακρυδρομικός) συνοικισμός σχηματίζεται παράλληλα με τους μεγάλους εθνικούς δρόμους και είναι νεώτερος, Οι σύμμετροι συνοικισμοί ήταν παλιότερα ή σε ψηλώματα (αμφιθεατρικοί) ή σε κρυμμένες κοιλάδες. Μελετάται στις περιπτώσεις αυτές, αν το χωριό είναι δίλοφο ή διπλευρικό. Επίσης, αν είναι παράλιο, μεσόγειο ή ορεινό. Και γενικά, ποιος είναι ο προσανατολισμός και η γεωγραφική του θέση.


Λέχοβο Καστοριάς

2. Κλίμα, έδαφος, υψόμετρο, νερά, καλλιέργειες ·απαραίτητο πλαισίωμα στην περιγραφή μας, που οδηγεί και σε συμπεράσματα, αν το χωριό είναι γεωργικό ή κτηνοτροφικό, παραγωγικό ή άγονο, πράσινο ή ξερό, λιθόκτιστο ή από ξενόφερτα υλικά.


Μέτσοβο Ηπείρου

3. Εσωτερική σύνθεση του χωριού η οποία περιλαμβάνει τα κεντρικά κτίρια όπως η εκκλησία, το σχολείο, τα Κοινοτικά γραφεία, η βρύση, τα καφενεία, η αγορά, το «μεϊντάνι» με τα μαγαζάκια και τα χοροστάσια. Οι γειτονιές με τους χαρακτηριστικούς δρόμους, το κοιμητήριο, οι δρόμοι εξόδου.



4. Ιστορικά του χωριού, όνομα και ετυμολογία, χρονολογία κτισίματος, περιπέτειες, σύγχρονες συνθήκες.


Το Δημοτικό Σχολείο Ριζοβουνίου Πρεβέζης

Οικιστική μελέτη του σπιτιού

1. Περιγραφή του εξωτερικού χώρου, της γειτονιάς, του εδάφους και της έκτασης του οικοπέδου (ξερότοπος, βλάστηση, απάνω γειτονιές, επικλινές έδαφος, ξάγναντο ή γούπατο).



Η πέτρινη καμάρα της Μπαμπαλίνας Τρικάλων

2. Εξωτερική μορφή του σπιτιού. Μονώροφο, διώροφο, πλατυμέτωπο, στενομέτωπο, γωνιόστεγο (δίρριχτο και με αέτωμα), με επίκλινη στέγη (μονόριχτο), επιπεδόστεγο (ταράτσα), πυραμιδόστεγο ή καμπυλόστεγο. Πολυπαράθυρο ή τυφλό. Απλό ή πολυσύνθετο (με χαγιάτια, πτερύγια κτλ.). Χρώματα που κυριαρχούν. Τυχόν επιγραφές ή σήματα και χρονολογίες.

Κατοικία Ηπείρου

3. Υλικά οικοδομίας. Τοιχοποιία, ξυλοδομικά εξαρτήματα, στέγη (κεραμίδια, πλάκες, δὠμα από πηλό, κλαδιά ή τσιμέντο). Εδώ μπορούν να ζητηθούν και τα έθιμα χτισίματος, στα θεμελιώματα (σφάξιμο κοκκόρου, αγιασμοί κτλ.) και στη σκεπή (μαντηλώματα).

4.  Αρχιτεκτονικός τύπος του σπιτιού (τοπικός ή πανελλήνιος) και γενική αισθητική. Εκτίμηση των ιδιοτυπιών και εμπνεύσεων. Αισθητική της προσαρμογής στο περιβάλλον. Ψεκτά σημεία επίσης. 


 Διώροφη οικία Καλάνδρας Χαλκιδικής

5. Εσωτερική διαίρεση του σπιτιού (κάτοψη & τομή). Δωμάτια και χώροι (και τρόποι) οικογενειακής ζωής, για το αντρόγυνο, για τα παιδιά, για τους γέρους, για τους ξένους. Φροντίδες προσανατολισμού και υγιεινής. Πρακτικά διδάγματα, αλλά και άγνοιες. Χρώματα και διακόσμηση, θέση της εστίας και καπνοδόχος. 

6. Έπιπλα & σκεύη. Εντοιχισμένα και κινητά έπιπλα της λαϊκής κατοικίας. Τόποι κατασκευής ή   αγοράς. Οι ντόπιοι επιπλοποιοί. Τα αρμάρια τροφίμων, οι παλιές κασέλες, το εικονοστάσι. Μεταγενέστερες αστικές εξελίξεις. Τα σκεύη (αγγεία) του μαγειρειού, της τραπεζαρίας, του νοικοκυριού (νερό, πλύσιμο) και της φιλοξενίας (δίσκοι, σερβίτσια κτλ.). Η εσωτερική ατμόσφαιρα και εμφάνιση του σπιτιού είναι η ζωντανότερη πλευρά της ελληνικής κατοικίας, επειδή δείχνει τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας, την προσωπικότητα της νοικοκυράς, την πολιτιστική διάθεση για βελτίωση, και το πνεύμα της φιλοξενίας. 

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική Κρανέας Ελασσόνας

7. Αυλή & κήπος: Τα χτισίματα της αυλής, φούρνος, μαγειρειό, στάβλοι, αχερώνας, κοτέτσι ή περιστερώνας κτλ. Το πηγάδι και η στέρνα, τρόποι για την άντληση του νερού. Η κεντρική και η δευτερεύουσα πόρτα με την αρχιτεκτονική της στέγης τους. Χτυπητήρια ή κουδούνια για ειδοποίηση. Ασφαλιστικά σύνεργα. Η μάντρα ή ο φράχτης, μικροεμπόδια για τους κλέφτες. Δέντρα και καλλιέργειες. Σπιτική ανθοκομία και γλάστρες ή αρτάνες. 

8. Ιδιόρρυθμες αγροτικές κατοικίες: Καλύβες πέτρινες ή δεντρόκλαδες, στάνες και στρούγγες, τσαρδάκια, λιμναίες καλαμωτές κατοικίες κ.α.



Στάνες Σαρακατσαναίων

Η μελέτη της ελληνικής κατοικίας, ιδιαίτερα στην παραδοσιακή της μορφή, είναι έργο εθνικό, όσο εθνικός ήταν πάντα και ο ρόλος του ελληνικού σπιτιού, που στέγασε με συνεχή εξέλιξη την πρώτη γέννηση, τα παιδικά χρόνια, την οικογενειακή τιμή, τον γάμο, τις χαρές και τις λύπες, τον ειρηνικό θάνατο, την φτώχεια ή τον πλούτο, αλλά και την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του κάθε Έλληνα.



διαβάστε περισσότερα » >

Μπομπότα, το ψωμί των φτωχών …


    Η μπομπότα ήταν το ψωμί των φτωχών, ήδη από το 1930 και κατά τη διάρκεια της κατοχής στην Ελλάδα, όταν το αλεύρι από σιτάρι δεν υπήρχε ενώ το αλεύρι καλαμποκιού ήταν άφθονο.
   Έτσι, τα περισσότερα νοικοκυριά χρησιμοποιούσαν το καλαμποκάλευρο για να φτιάξουν ψωμί αλλά και πίτες και κάποια “γλυκά” της εποχής, για να καλύψουν τις διατροφικές τους ανάγκες.
  Συνήθως, η μπομπότα ήταν το ψωμί ή η “πίτα” - ένας χυλός από ζεστό αλατισμένο νερό, καλαμποκάλευρο και ίσως λίγο λάδι ή αυγό εάν και όταν υπήρχε.
  Η μπομπότα είναι καλαμποκόψωμο του ταψιού. Και την έφτιαχναν βέβαια στο χωριό  σε περιπτώσεις που δεν είχαν καθάριο να ζυμώσουν ψωμί.
  Η ιστορία της ξεκινάει από τη Βοιωτία κάποιες περιοχές της Θεσσαλίας και την Ορεινή Ναυπακτία.
Έχουμε δυο ειδών: την ανεβατή και τη λειψή.
  Την ανεβατή τη ζύμωναν με κανονικό προζύμι στο σκαφίδι. Μόνο που το καλαμποκάλευρο το ζεμάτιζαν με αλατισμένο νερό. Το’ καναν κανονικό ζυμάρι και το έριχναν στα ταψιά.
  Εκεί το άφηναν πολλές ώρες να γίνει, δηλαδή να φουσκώσει, κι ύστερα το έριχναν στο φούρνο. Στο τραπέζι τη μπομπότα την έκοβαν φέτες, όπως το ψωμί.
  Στην κατοχή η μπομπότα έσωσε τον κόσμο από την πείνα, σε πολλές περιοχές.
  Η λειψή γίνεται χωρίς προζύμι. Το αλεύρι ζεματίζεται κι ύστερα τρίβεται από τη νοικοκυρά με λάδι. Ρίχνουν μέσα και σταφίδα μαύρη και κανέλα. Γίνεται έτσι τραγανή και νόστιμη.Σωστή νοστιμιά…
  Σε κάποιες περιοχές έβαζαν νερό με καλαμποκάλευρο, κανέλα, σταφίδες και λάδι (σπανιότερο είδος), το έβραζαν και ρίχνοντας από πάνω πετιμέζι, έφτιαχναν το “κατσαμάκι”, ένα είδος γλυκού σαν τον μετέπειτα σιμιγδαλένιο χαλβά.
  Αυτές, είναι μαρτυρίες όσων έζησαν εκείνες τις ταραγμένες και δύσκολες εποχές.Μετέπειτα, το καλαμποκόψωμο περιφρονήθηκε και υπήρχαν άτομα που έχοντας την εμπειρία των χρόνων εκείνων δεν ήθελαν ούτε να το δουν.
  Κι όμως, οι σύγχρονοι διατροφολόγοι επιμένουν ότι το αλεύρι από καλαμπόκι είναι ένας διατροφικός θησαυρός καθώς περιέχει θειαμίνη, νιασίνη αλλά και φυλλικό όξυ.
Μία συνταγή για παραδοσιακή μπομπότα είναι η εξής :
Υλικά
1 και ½ κούπα καλαμποκάλευρο, 3 κουταλιές ζάχαρη ,1 και ½ κούπα αλεύρι για όλες τις χρήσεις , 1 κουτάλακι μαγιά ξερή ,1 και ½ κουταλάκι αλάτι ,
½ κούπα γάλα , ½ κούπα νερό , 1 αυγό , 1/3 κούπας λάδι ή μαργαρίνη , 1 κούπα καλαμπόκι κονσέρβας στραγγισμένο και ψιλοκομμένο.
Εκτέλεση
  Ανακατέψτε όλα μαζί τα στερεά υλικά, εκτός από το καλαμπόκι, στο μπολ του μίξερ. Προσθέστε τα υγρά υλικά και χτυπήστε τα όλα μαζί 1’.
  Ρίξτε και ανακατέψτε το καλαμπόκι. Αδειάστε και στρώστε το μίγμα σε μια πολύ καλά βουτυρωμένη και αλευρωμένη φόρμα για ψωμιά 22x10x7 εκ.
  Σκεπάστε το με πλαστική μεμβράνη κι αφήστε το να φουσκώσει, ώσπου να διπλασιαστεί σε όγκο.
  Ψήστε το στους 210 βαθμούς Κελσίου 30’-35’, ώσπου να πάρει καστανό γλυκό χρώμα η επιφάνεια.
  Αναποδογυρίστε το σε σχάρα κι αφήστε το να κρυώσει ελαφρά.
πηγή : loloaenaallo
διαβάστε περισσότερα » >

Τα παλιά πλινθόκτιστα σπίτια των χωριών μας


 Του Δημήτρη Β. Καρέλη
 Παλιά ερείπια ανάμνηση ενός χρόνου που πέρασε αλλά άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του και στον τόπο μας…
Στο έλεος του χρόνου και του καιρού...
Σπίτια χτισμένα από έναν ιδιότυπο και αυτοσχέδιο πηλό, από λάσπη, χώμα, άχυρο και νερό που τοποθετούνταν σε πρόχειρα καλούπια αφού είχε ζυμωθεί με τα πόδια και τις γαλότσες και «ψηνόταν» από τον ήλιο…
Ελάχιστα απʼ αυτά στέκουν σήμερα, μοναχικά και σιωπηλά στην άκρη, στις παρυφές των χωριών κι αποκαλύπτουν στο φως του ήλιου την ομορφιά τους, αλλά και τη θλίψη της εγκατάλειψης.
Φέρνουν στο νου του επισκέπτη μνήμες μιας άλλης εποχής, της εποχής που οι λιγοστοί μάστορες έφτιαχναν λάσπη από κοκκινόχωμα, νερό και άχυρο για να φτιάξουν τις πλίθες ή πλιθιές ή πλιθιά. Δίπλα τους βρισκόταν όλο το χωριό για να βοηθήσει στην κατασκευή ενός σπιτιού. Κάποιοι κουβαλούσαν τις πλίθες άλλοι τις έκοβαν, άλλοι έφερναν το χώμα και άλλοι το νερό.
Ο πατέρας μου, ο αείμνηστος κυρ-Βασίλης, κουβαλούσε με τον «Ψαρή» και το πράσινο κάρο μας τις πλίθες από τις «Γούρνες» στον Αϊ-Γιώργη του Δομοκού, για να χτιστούν σπίτια μετά τον πόλεμο του 40ʼ και τον εμφύλιο που ακολούθησε… Στάση απαραίτητη για την ξεκούραση του πιστού κι εργατικού αλόγου το «Κολωνάκι», το γνωστό και πολυσύχναστο τότε καφενεδάκι του μπάρμπα-Λιά του Λάμπρου.
Το ακούραστο ζώο συνήθισε να…τρώει το λουκουμάκι του και να πίνει ένα καραφάκι ούζο κάθε φορά που περνούσε μπροστά απʼ το καφενείο, σταματούσε και δεν ξεκούναγε αν δεν έπαιρνε πια τη…δόση του!!! Οι μάστορες, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, έχτιζαν με τη δική τους τέχνη, που δεν έμαθαν από κανέναν, αλλά σκαρφίστηκαν μόνοι τους, δίνοντας στον τόπο μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική και έναν ιδιόμορφο χαρακτήρα.

Σήμερα, στο έλεος του χρόνου και του καιρού, δεν έχουν μείνει παρά ελάχιστα από τα εκατοντάδες πλινθόκτιστα σπίτια που βρίσκονταν διάσπαρτα στα περισσότερα χωριά που δεν διέθεταν αρκετή πέτρα για να χτίσουν μεγάλα γερά και ασφαλή πετρόκτιστα που εκτός των άλλων όμως απαιτούσαν και υπέρογκο κόστος κατασκευής για την οικονομική συγκυρία της εποχής. Το τελευταίο πλινθόκτιστο σπίτι χτίστηκε περί το 1955. Μετά, έκαναν την εμφάνισή τους το τσιμέντο, τα τούβλα, ακόμα και ο τσιμεντόλιθος, παραγκωνίζοντας τον παραδοσιακό αυτό τρόπο χτισίματος που είναι μοναδικός στην περιοχή.
Η δημοτική αρχή ίσως θα έπρεπε να βρει κάποιο τρόπο να συντηρήσει τα ελάχιστα σπίτια που απέμειναν, λόγω του ασαφούς ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος και γιατί όχι να κατασκευάσει με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο κάποια κτίσματα που θα λειτουργούσαν ως λαογραφικά μουσεία στην περιοχή, όσο ακόμη υπάρχουν παλαιότεροι συντοπίτες μας που έχουν δουλέψει στην κατασκευή της πλίθας και των πλινθόκτιστων σπιτιών, στα νιάτα τους.
 Σήμερα, τα μυστικά της τέχνης της κατασκευής ενός πλινθόκτιστου σπιτιού έχουν χαθεί μαζί με τους τελευταίους μάστορες. Τα τελευταία δείγματα της τέχνης αυτής που μπορεί να δει από κοντά ο περαστικός που θα επισκεφθεί την περιοχή μας είναι πλέον ελάχιστα και πρέπει να διαφυλαχθούν και να συντηρηθούν ώστε να μείνουν ως ανάμνηση, γνώση και παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.

Δημήτρης Β. Καρέλης
info@karelisdimitris.com
info@lamiatimes.gr
διαβάστε περισσότερα » >

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Αρχαία Φθία και Μυρμιδόνες

20140223

Πηγή: hellinon.net
exikias
ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΕΞΗΚΙΑ ΑΤΤΙΚΟΣ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΟΣ ΚΑΛΥΚΩΤΟΣ ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΤΟΥ 530 ΠΧ ΠΕΡΙΠΟΥ. ΟΜΗΡΙΚΗ ΜΑΧΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΨΥΧΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΚΛΟΥ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ.ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ .ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ.
Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΦΘΙΑΣ
Αρχαία περιοχή από όπου προερχόταν οι Μυρμιδόνες και πατρίδα του Αχιλλέα. Η ακριβής της θέση, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, πιθανόν να συμπίπτει με εκείνη των σημερινών Φαρσάλων. Πρώτος ο Φερεκύδης ταύτισε με την Ομηρική Φθία την πόλη Φάρσαλο της αρχαιότητας, όπου λατρευόταν η μητέρα του Αχιλλέα, Νηρηίδα Θέτιδα και ο παιδαγωγός του, κένταυρος Χείρωνας. Στην περιοχή της πόλεως της Φαρσάλου ανήκε και η εκτεταμένη άκρη της πεδιάδας, η οποία στην κοιλάδα του Ενιπέως φτάνει μέχρι την Ερέτρια. Εδώ βρισκόταν το Θετίδειον, στον δρόμο πορείας του Αλεξάνδρου από τις Φερές προς τη Φάρσαλο και του Φλαμινίνου από τις Φερές - Ερέτρια προς τη Σκοτούσσα. Στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη αναφέρεται το «Θετίδειον Ιερόν» αφιερωμένο στη Θέτιδα, μητέρα του Αχιλλέα. Οι αρχαιολόγοι τοποθετούν το ιερό 2 χλμ. πιο μακριά από τη Σκοτούσα, στη θέση του σημερινού χωριού Θετίδιου όπου έχουν βρεθεί ερείπια. Αρχαίες πόλεις της περιοχής (της σημερινής επαρχίας Φαρσάλων) ήταν οι εξής: Η Σκοτούσσα, η Ερέτρια, το Πεύμα, το Ευύδριον, η Παλαιφάρσαλος και η σπουδαιότερη και ονομαστότερη όλων η Φάρσαλος.
2
1
O θολωτός τάφος του 6ου αι., στο κέντρο των Φαρσάλων.
Η Σκοτούσσα:
Ήταν Αρχαία πόλη της Πελασγιώτιδας στη Θεσσαλία, ανάμεσα στις Φερές και στα Φάρσαλα και από τις πιο αξιόλογες της περιοχής κατά τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. Το Ιππικό της θεωρούταν από τα καλύτερα της περιοχής και με αυτό πολέμησα το 394 π.Χ. εναντίον του Αγησιλάου. Το 368 π.Χ. την πόλη κατέλαβε ο τύραννος των Φερών Αλέξανδρος και αργότερα ο Βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Ε, την έκανε κέντρο πολεμικών επιχειρήσεων Ρωμαίων. Η παρακμή της πόλης άρχισε από το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ. Ερείπιά της σώζονται στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Φαρσάλων. Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν και αξιόλογα νομίσματα που ανήκουν στην εποχή από το τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. έως το 200 π.Χ. Ευρήματα εκτίθενται στο μουσείο της Λάρισας.

Σήμερα η Σκοτούσσα είναι ημιορεινός οικισμός της Επαρχίας Φαρσάλων και έδρα της ομώνυμης κοινότητας, στην οποία ανήκουν και τα χωριά Αγία Τριάδα, Άνω Σκοτούσσα, Άγιος Κωνσταντίνος και Θετίδιο.
3
Η Θέτις βρέχει τον μικρό Αχιλλέα στα νερά του Απιδανού. Oι πηγές του Απιδανού ποταμού, σήμερα υποβαθμισμένες καθώς έχουν εξαφανιστεί μέσα στο τσιμέντο.
O Πολυδάμας:
Από την Σκοτούσσα προερχόταν ο Πολυδάμας (ο Σκοτουσσαίος), γιος του Νικίου, ο οποίος ήταν Ολυμπιονίκης στο αγώνισμα του Παγκράτιου στην 93η Ολυμπιάδα το 408 π.Χ. Ο Πολυδάμας δεν έγινε γνωστός εξ αιτίας μόνο της Ολυμπιακής του νίκης αλλά επειδή όπως αναφέρει ο Παυσανίας όλη του η ζωή δεν ήταν τίποτε άλλο από συνεχείς άθλους που αναδείκνυαν την μεγάλη του δύναμη η οποία τον έκανε ισάξιο με ημίθεους και πολυθρύλητους ήρωες, όπως ο Ηρακλής.

Από τον Πολυδάμα τον Σκοτουσσαίο πήρε το όνομά του και ο ομώνυμος δήμος της επαρχίας Φαρσάλων ο Δήμος Πολυδάμαντα.

Φάρσαλα - Ιστορική Αναδρομή

Η Ιστορία των Φαρσάλων αρχίζει από το 1100 π.Χ . Ο οικισμός αναφέρεται, πλέον ως "η Φάρσαλος" Η Φάρσαλος είναι η διάδοχος πόλη της Ομηρικής Φθίας σύμφωνα με πανάρχαιες παραδόσεις που αποτυπώθηκαν σε κείμενα αρχαίων συγγραφέων και ήταν πρωτεύουσα της Θεσσαλικής "Τετράδος Φθιώτιδος" και της "Περιοικίδος Αχαΐας Φθιώτιδος", μιας από τις τέσσερις περιοχές στις οποίες χωριζόταν η Αρχαία Θεσσαλία (Φάρσαλος, Φερραί, Κραννών, Λάρισα).

Κάτοικοι της περιοχής ήταν οι περίφημοι πολεμιστές Μυρμιδόνες, που με αρχηγό τον Αχιλλέα, έλαβαν μέρος στον πόλεμο της Τροίας με πενήντα πλοία.

Πολιούχος της Φαρσάλου ήταν η θεά Αθηνά, η οποία απεικονίζεται σε όλη την πλούσια νομισματοκοπία της πόλης, από το 500 π.Χ. συνεχώς μέχρι την Μακεδονική κατάκτηση το 343 π.Χ.
4
Το πολίτευμα της πόλης ήταν παραδοσιακά ολιγαρχικό, αλλά οι άρχοντες της ήταν γνωστοί πανελληνίως για την εντιμότητα τους, ώστε να εγκωμιάζονται από τον Αριστοτέλη ως παράδειγμα χρηστής διοίκησης «έστιν ουν παράδειγμα οι εν Φαρσάλω ολιγαρχία. Εκείνοι, ολίγοι όντες, δια το καλώς διοικείν, πολλών κύριοι εισίν» (Αριστοτέλους Πολιτικά).

Η πόλη γνώρισε μεγάλη δόξα και ακμή τον 5° & 4° π.Χ. αιώνα. Πρωταγωνίστησε στα Θεσσαλικά πράγματα και ανέδειξε μεγάλους Πολιτικούς από την οικογένεια των Εχεκρατιδών. Ο πιο σημαντικός από αυτούς ήταν οΔάοχος, ο γιος του Αγία, που κυβέρνησε τους Θεσσαλούς επί 27 συνεχή έτη «ου βία αλλά νόμω» και αφιέρωσε τα αγάλματα των προγόνων του στους Δελφούς όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Άρχοντας που αποτέλεσε επίσης σημαντική μορφή της εποχής ήταν οΠολυδάμας. Οι Εχεκρατήδες συμμάχησαν με τους Αθηναίους κατά τους Περσικούς Πολέμους. Ενώ από το 400 π.χ. και με ηγετική μορφή τον Πολυδάμα οι κάτοικοί της Φαρσάλου αντιστάθηκαν στον τύραννο των Φερών, Αλέξανδρο, με επιτυχία. Από τα Φάρσαλα διήλθε η στρατιά του Ξέρξη.
Νότια των Φαρσάλων κοντά στο όρος Ναρθάκιο (Κασιδιάρης) έγινε το 394 π.χ. η γνωστή μάχη μεταξύ των Θεσσαλών και των στρατευμάτων των Ασιατών υπό τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο Β'. Στην μάχη αυτή ο Αγησίλαος κατατρόπωσε το Θεσσαλικό ιππικό και εις ανάμνηση της νίκης ήγειρε μεγαλοπρεπές μνημείο. Το 48 π.Χ. στην περιοχή της ο Ιούλιος Καίσαρ νίκησε οριστικά τον Πομπήιο.
5
Η αρχαία πόλη βρισκόταν στην Θέση της σημερινής ομώνυμης κωμόπολης. Σώζονται σημαντικά τμήματα τού τείχους της και σποραδικά ερείπια που αποδόθηκαν στον ναό τού Διός Θαλίου καθώς και κτήρια τού 4ου και τού 3ου αιώνα που ο προορισμός τους δεν έχει προσδιοριστεί σαφώς.

Βρέθηκαν όστρακα που μαρτυρούν την κατοίκηση της πόλης από τα νεολιθικά χρόνια, επιγραφές αφιερωμένες στον Ασκληπιό, πήλινα ειδώλια τής Δήμητρας και της Κόρης, τάφοι, σπήλαιο αφιερωμένο στον Πάνα και στις Νύμφες με πολλά αφιερώματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας θολωτός μυκηναϊκός τάφος που χρησιμοποιήθηκε μέχρι την Ελληνιστική Εποχή.

Πολλά ευρήματα της αρχαίας Φαρσάλου εκτίθενται στα μουσεία Αλμυρού, Αθηνών, Δελφών και Λούβρου.
6
ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΠΙΘΑΝΟΝ ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΤΟΥ 700 ΠΧ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑ ΦΟΡΑ ΙΟΝΙΚΟ ΚΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΑ ΒΟΙΩΤΙΚΗ ΑΣΠΙΔΑ ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ.

Η Πελασγία

(Πελασγικόν Άργος ή Λάρισα Κρεμαστή κατά την αρχαιότητα) είναι η τελευταία κωμόπολη στην Ανατολική Φθιώτιδα, η οποία συμπίπτει με την αρχαία Φθία, περιοχή που έφτανε μέχρι τα Φάρσαλα και περιελάμβανε τμήμα της Μαγνησίας (Νέα Αγχίαλος = Φθιώτιδες Θήβες). Στην περιοχή (σύμφωνα με Όμηρο, Στράβωνα και νεότερους μελετητές), περί το 1280 π. Χ., βασίλευαν ο Πηλέας με τη θεά Θέτιδα. Γιος τους ήταν ο Αχιλλέας, τον οποίο η μάνα του βάφτισε στα νερά της Στυγός, κρατώντας τον, γυμνό, μόνο, από την φτέρνα, ώστε να τον κάνει αθάνατο σαν κι εκείνη. Το βασίλειο των Μυρμηδόνων, όπως λεγόταν η φυλή τους (συνώνυμη της λέξης μυρμήγκι, αφού κι αυτοί, όπως τα μυρμήγκια, ήταν πολύ εργατικοί, καθώς, όντας ξένοι έποικοι στην περιοχή, έπρεπε να επιβιώσουν, κι επειδή έφτιαχναν στοές για τις μυστικές και ασφαλείς μετακινήσεις τους), αποτελούνταν από 4 πόλεις (Πελασγικόν Άργος Τραχίνα, Αλόπη, Άλος). Οι Μυρμιδόνες ήταν κλάδος των Πελασγών Αχαιών. Πελασγός, κατά τη μία εκδοχή, είναι σύνθεση των λέξεων πέλα, που σημαίνει σιμά, και άγω = οδηγώ, δηλαδή οδηγώ το λαό μου κάπου σιμά. με την προοπτική εξεύρεσης τροφής και νερού. Κατά τη δεύτερη εκδοχή προέρχεται από λέξη της αρχαιότητας που σήμαινε άνθος - ανθίζω, απ' όπου, ίσως, να επικράτησε, στην κωμόπολή μας, και ο λεγόμενος «Απάν Χορός», που θύμιζε ανοιγμένο στάχυ ή λουλούδι και χορεύονταν την άνοιξη, μέχρι, σχετικά, πρόσφατα.

Ο αρχαιολογικός χώρος, που θεωρείται ως οχύρωση μίας από τις προαναφερθείσες πόλεις, είναι η περιοχή «Κάστρο» και βρίσκεται Β. Α. της Πελασγίας. Σήμερα σώζονται μεγάλοι κυβικοί ογκόλιθοι και μισογκρεμισμένες πύλες - είσοδοι. Μαθητές του Δημοτικού Σχολείου όντες, περί το 1960, σε ημερήσια εκδρομή, σκάβοντας με τα χέρια και ξύλα ανασύραμε, από σχετικά μικρό βάθος, διάφορα αρχαία μαρμάρινα ευρήματα, τα οποία μεταφέραμε στο κτίριο του παλιού Σχολείου, αλλά αργότερα κατέληξαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λαμίας (νομίζω). Τις απόψεις του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος της περιοχή μας ενισχύει και το γεγονός πως κοντά υπάρχουν κι άλλα αρχαιολογικά κατάλοιπα, όπως το δάπεδο και κολώνες Ναού του Ερμή, στην «Παναγίτσα» Κυπαρισσώνα, που παλαιότερα ήταν εμφανή, ενώ σήμερα μισο-υπάρχουν, αλλά και σκόρπια ευρήματα, κεφαλών, αγγείων κ. α. Σύμφωνα με όσα υποστηρίχτηκαν, κατά καιρούς, και με τα γραπτά ντοκουμέντα, ο χώρος αυτός είναι ομόλογος του αντίστοιχου των Μυκηνών. Πηγές για τα πιο πάνω στοιχεία έχουν αντληθεί από το Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει στα «Γεωγραφικά»: «Είθ' εξής παραπλεύσαντι σταδίοις εκατόν ο Εχίνος (σημ. Αχινός) υπέρκειται. Της δ' εξής παραλίας εν μεσογαία εστίν η Κρεμαστή Λάρισα είκοσι σταδίους (184,83Χ20=3.696μ.) αυτής διέχουσα, η δ' αυτή και Πελασγία λεγομένη Λάρισα». Κρεμαστή Λάρισα λεγόταν και η κωμόπολή μας από το 1926. Στο ίδιο βιβλίο, ο Στράβων αναφέρει: «Άλος δε και Λάρισα η Κρεμαστή και το Δημήτριον υπ' εκείνω πάσαι προς έως της Όθρυος». Και σε άλλο: Λάρισα δ' έστι και άλλη... και η Κρεμαστή, υπό τινων δε Πελασγία λεγομένη». Ο Όμηρος, δε, αναφέρει: «Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον, οι τ' Άλον οι τ' Αλόπην οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ' είχον Φθίην η δ' Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλέύς» (Ιλιάδα, ραψ. Β΄, στιχ. 681-685). Από τον Όμηρο μάθαμε, επίσης, ότι μόνο στην περιοχή μας κόπηκαν νομίσματα με την κεφαλή του Αχιλλέα, ίδια με το σύμβολο του Δήμου, της εφημερίδας και του Συνδέσμου Πελασγιωτών Αθήνας - Πειραιά. Τα στοιχεία αυτά παραθέτουν και νεώτεροι ερευνητές, όπως οι: Κρατίνος Αποστολίδης, Ιωαν. Βορτσέλας, Γ. Πλατής, Σερ. Τσιτσάς, Τριαντ. Παπαναγιώτου, Ζήσης Πρωτοπαπάς, Απόστ. Κορτιμανίτσης και το εγκυκλοπαιδικό λεξικό «Υδρία». Προσθέτουμε και τις περιγραφές του Γερμανού περιηγητή Fr. Stahlin, στις οποίες παραθέτει και χάρτη της περιοχής, «Das Hellenishe Thessalien", 1924, όπου φαίνεται ότι η Κρεμαστή Λάρισα αποτελούνταν από τρία τμήματα. Γράφει συγκεκριμένα: «Ανάμεσα στη Σουβάλα (σημ. Βαθύκοιλο) και στο Γαρδίκι (σημ. Πελασγία) ανοίγεται η κοιλάδα της Λάρισας, η οποία ακόμα, σήμερα, έχει πολλά νερά και είναι φυτεμένη με αμπελώνες. Ανοίγεται σ' ένα ημικυκλικό κόλπο με επίπεδη ακτή. Η Κρεμαστή Λάρισα βρίσκεται στο όρος Όθρη 3,5 χιλ από τη θάλασσα. Ο Σκύλαξ καταγράφει τη γειτονική πόλη Αντρώνα (σώζονται ερείπια, μεταξύ Γλύφας - Αχιλλείου). Το όνομα Αχίλλειο ενισχύει κι αυτό την ταύτιση της περιοχής μας, ως γενέτειρας του Αχιλλέα, δεδομένου πως πρόκειται για γειτονική περιοχή, που, ως γνωστό, ανήκε στη Φθιώτιδα, μέχρι το 1930, περίπου, μαζί και τις κωμοπόλεις Σούρπη και Πτελεό. Το τραγικό είναι ότι στην περιοχή δεν έγιναν ποτέ συστηματικές ανασκαφές, ο χώρος είναι αφύλαχτος για αιώνες, βορά στους όποιους σκοπούς του οποιουδήποτε.
7
ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ: ΦΘΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΗΛΕΑ ΚΑΙ ΑΧΙΛΛΕΑ

Με τα στοιχεία που προέκυψαν από μια δεκαετή έρευνα, ο εντοπισμός των δύο κυριοτέρων πόλεων της επικράτειας του Πηλέα, Φθίας και Ελλάδας.

Το ιστορικόν της έρευνας άρχισε το 1960, γράφοντας στο 1ο τεύχος της Πνευματικής Επιθεωρήσεως «ΣΤΕΡΕΟΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΣΤΙΑ» που εξέδοσε ο Νομάρχης Φθιώτιδος Δημοσθένης Γούλας, γράφοντας ένα σύντομο άρθρο για τον Αχιλλέα με τίτλο «Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΘΡΥΛΩΝ» και το 1962 γράφοντας στα τεύχη 8 και 9 σε δύο συνέχειες δεύτερο άρθρο με τίτλο «ΦΘΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ».
Το 1995 άρχισα μια συστηματική έρευνα για την ελληνική προϊστορία, που κράτησε μέχρι σήμερα, για μια δεκαετία.

Με την ανακάλυψη από τον Σλήμαν: της Τροίας, των Μυκηνών, της Πύλου, της Τίρυνθος, Του Ορχομενού και της Κνωσού από τον Έβανς, αποδείχθηκε πως ο Όμηρος στην Ιλιάδα κατέγραψε πρώτος ελληνική ιστορία.

Ο αρχαιολόγος Δημήτριος Θεοχάρης, στο έργο του «Νεολιθικός Πολιτισμός» γράφει ότι: «Στην Ελλάδα κείμενα αξιόλογα, με ιστορική αξία, δεν υπάρχουν πριν από την εποχή του Ομήρου».
Οι βασικοί πρωταγωνιστές στην Ιλιάδα είναι ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας, των οποίων οι πρωτεύουσες και τα ανάκτορά τους δεν έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα, ενώ έχουν ανακαλυφθεί: του Πριάμου, του Αγαμέμνονα, του Νέστορα, τελευταία δε και του Μενελάου.

Για την ανακάλυψη της Λακεδαίμονος και των ανακτόρων του Μενελάου, άγγλοι αρχαιολόγοι διενεργούσαν ανασκαφές στην περιοχή της Σπάρτης για 150 χρόνια χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Θ. Σπυρόπουλος, ακολουθώντας κατά γράμμα τις περιγραφές του Ομήρου, διενεργώντας ανασκαφές κοντά στον Ταΰγετο, (εικ. 40/4,5) για μια εικοσαετία, ανακάλυψε την Λακεδαίμονα, τα ανάκτορα και τους τάφους του Μενελάου και της Ελένης, στον Δήμο Πέλλανα.

Στην (εικ. 40/4,5) διακρίνονται τα τείχη της Λακεδαίμονος κοντά στον χιονισμένο Ταΰγετο , που χρονολογήθηκαν από τον αρχαιολόγο Θ. Σπυρόπουλο στην 3η χιλιετία π.Χ.
Το τμήμα του κυκλόπειου τείχους του κάστρου Λαμίας (εικ. 40/2) του κάστρου Λιμογαρδίου (εικ. 40/3) και (εικ. 23), καθώς και της Λακεδαίμονος (εικ. 40/5) είναι πανομοιότυπα, μυκηναϊκά, της ίδιας εποχής.

Για τον προσδιορισμό του χώρου της Φθίας και της Ελλάδας του Αχιλλέα, ακολουθήθηκαν επίσης κατά γράμμα οι περιγραφές και πληροφορίες του Ομήρου.

Για τον εντοπισμό της Φθίας και της Ελλάδος, λήφθηκαν υπ' όψιν οι αναφορές του Στράβωνος και του Αριστοτέλη, περί της επιλογής του χώρου των πόλεων, στην αρχαιότητα, καθώς και τα πραγματικά δεδομένα των Μυκηναϊκών και άλλων πόλεων εκείνης της Εποχής.

Ο Όμηρος αναφέρει στην Ιλιάδα (Β. 681) κατά γεωγραφική σειρά, όπως συνηθίζει, τις τέσσερις παραλιακές πόλεις του Αχιλλέα: Το πελασγικό Άργος, την Άλο, την Αλόπη, την Τραχίνα και τις μη παραθαλάσσιες: Φθία και Ελλάδα.

Το Πελασγικό Άργος ή Κρεμαστή Λάρισα, βρισκόταν στην Ανατολική Φθιώτιδα, στην Πελασγία, κατά πάσαν πιθανότητα, στον προϊστορικό οικισμό που αποκαλύφθηκε σε βραχώδη περιοχή στην παραλία, κατά την διάνοιξη του Εθνικού δρόμου.

Η Άλος βρισκόταν στη θέση που τοποθετείται η Αλόπη, στην παραλία Ράχεων, πιθανότητα δε στον Αχινό, στην αρχαία παραλιακή πόλη Έχινος.

Η Αλόπη βρισκόταν στην Μ. Βρύση, στον προϊστορικό οικισμό που εντόπισε ο αρχαιολόγος Γ. Χουρμουζιάδης στην Αγία Παρασκευή.

Νοτίως των Σφαγείων Λαμίας μέσα στα καλάμια υπήρχαν λείψανα μουράγιου λιμανιού, της πόλεως.

Η Τραχίνα βρισκόταν στην Ηράκλεια η οποία ήταν και αυτή παραθαλάσσια πόλη.

Απροσδιόριστος παραμένει μέχρι σήμερα ο χώρος της πόλεως Φθίας και της Ελλάδος. Η Ελλάδα γενικώς, τοποθετείται κοντά στον Σπερχειό.

Η επιλογή του τόπου των σημαντικών πόλεων την Μυκηναϊκή εποχή κατά τον Στράβωνα (Ζ' 235, 8,11) γινόταν με στρατηγικά κριτήρια, σε οχυρωματικές θέσεις, σε υψώματα, κοντά σε παραγωγικές περιοχές, με πρόσβαση σε λιμάνια, με οπτικόν ορίζοντα και ομορφιά του τοπίου.

Και ο Αριστοτέλης στα πολιτικά (Τόμος 4 εκδ. Γεωργιάδη Ζ' σ. 10,11), λέει ότι, οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν τις πόλεις σε θέσεις, ώστε να χρησιμοποιούν τη θάλασσα ως εμπορικό δρόμο διακινήσεως προϊόντων, όμως να βρίσκονται σε θέση εξασφαλισμένης άμυνας. Η εδαφική περιοχή δε της πόλεως να είναι κατάλληλος για την υγεία των κατοίκων, έχοντας ανατολικό προσανατολισμό.

Αυτές οι αναφορές του Στράβωνος και του Αριστοτέλη, είναι καθοριστικά δεδομένα στην έρευνα εντοπισμού της θέσεως των αρχαίων πόλεων Φθίας και Ελλάδος.
Τα πραγματικά δεδομένα των Μυκηναϊκών πόλεων είναι πως όλες έχουν τα τοπογραφικά κριτήρια που περιγράφουν Στράβωνας και Αριστοτέλης.

Οι Μυκήνες είναι κτισμένες σε ύψωμα 300 μέτρων, σε οχυρωματική θέση, με Ορεινή κορυφογραμμή στο Βορρά, την παραγωγική Αργολική πεδιάδα και το λιμάνι κοντά μπροστά της.

Η Τίρυνθα είναι κτισμένη σε βραχώδη Οχυρωματικό λόφο, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα και παραγωγική περιοχή κοντά της.

Η Πύλος, την εποχή της βασιλείας του Νηλέα ήταν κτισμένη στους πρόπποδες του Όρους Αιγάλεο και επί Νέστορος, το ανάκτορο μεταφέρθηκε στον βραχώδη στρατηγικό λόφο στην Άνω Εκλινό, που δεσπόζει στον Ιόνιον, απέναντι από το λιμάνι του Ναυαρίνου.

Και οι Κνωσός είναι επίσης κτισμένη σε λόφο, σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων από τη θάλασσα, σε στρατηγική και παραγωγική περιοχή.

Η τοποθέτηση της Φθίας και της Ελλάδος, προσδιορίζονται από τις αυθεντικές περιγραφές του Ομήρου, τις προκαθοριστικές μαρτυρίες του Στράβωνα και του Αριστοτέλη, περί των θέσεων των Μυκηναϊκών πόλεων και τα πραγματικά τοπογραφικά δεδομένα και μνημεία της περιοχής.
8
Τοποθεσία της Φθίας

Σύμφωνα με τις περιγραφές του Ομήρου, του Βουρτσέλα κ.ά, η Φθία και η Ελλάδα ήταν πόλεις που βρισκόταν η μία κοντά στην άλλη. Η Ελλάδα κοντά στον Σπερχειό και η Φθία μετά την Ελλάδα.
Ο Όμηρος (Ιλ. 681) αναφέρει ότι: στον Τρωϊκό Πόλεμο πήραν μέρος με την αρχηγία του Αχιλλέα, «αυτοί που κατοικούσαν στο Πελασγικό Άργος, την Άλο, την Αλόπη, την Τραχίνα, τη Φθία και την Ελλάδα».

Αυτή η αναφορά του Ομήρου είναι ξεκάθαρη ότι μιλάει για έξι πόλεις και όχι για έξι επικράτειες.

Ο Γιάννης Κορδάτος σημαντικός ερευνητής της ιστορίας της Ελλάδος, στο βιβλίο του «Νέα Προλεγόμενα στον Όμηρο», γράφει πως η Φθία βρισκόταν στην νοτιανατολική άκρη της Θεσσαλίας στην περιοχή βορρινά του Μαλιακού. Σημειώνει δε πως η γνώμη αυτή είναι παραδεκτή από ιστορικούς και φιλολόγους και ότι ο Άγγλος Walter Lenf γράφει πως η Φθία βίσκετια στα νότια του Βουνού Όθρυς. Την ίδια άποψη έχουν και πολλοί άλλοι ξένοι ερευνητές.

Βοριοδυτικώς του Λιμογαρδίου (εικ. 23) υπάρχει κυκλώπειο τείχος, που περικλείει ακρόπολη 46 στρεμμάτων, όπως δείχνει ο (χαρτ. 24).

Σε ολόκληρη την περιοχή της Φθιώτιδος δεν υπάρχει τόσο σημαντικό και στρατηγικό τείχος. Νοτίως δε της Όθρυος που τοποθετείται η Φθία δεν υπάρχει άλλο τείχος και ακρόπολη, από το Κάστρο της Λαμίας.

Μέσα στο τείχος του Κάστρου Λιμογαρδίου, στο δυτικό άκρο στο ψηλότερο σημείο 860 μ. υπάρχουν λείψανα εσωτερικής ακροπόλεως και θεμέλια κτίσματος που πρέπει να είναι το ανάκτορο, (εικ. 19), που σημειώνεται στο (χαρτ. 24).

Αυτό το τείχος και η Ακρόπολη είναι με βεβαιότητα της Φθίας με το ανάκτορο του Πηλέα και Αχιλλέα.

Εντός του τείχους, σε σωστική ανασκαφή που έγινε σε δύο κυκλικά κτίσματα, στο ένα βρέθηκε μαρμάρινο λιοντάρι (εικ. 40/1) και στο άλλο φούρνος επεξεργασίας χαλκού και χάλκινες αιχμές ακοντίων.

Εκτός του τείχους σε ασύλητους τάφους όχι μυκηναϊκής εποχής βρέθηκαν εκατοντάδες κτερίσματα των οποίων δεν διαθέτω φωτογραφίες, διότι δεν έχουν δημοσιευθεί και ένας σημαντικός χάλκινος καθρέπτης, που πρέπει να απεικονίζει ανάγλυφη την Θέτιδα.

Τοποθεσία της Ελλάδος

Σύμφωνα με την τοποθέτηση των έξι πόλεων της επικρατείας του Αχιλλέα από τον Όμηρο (Ιλ. Β. 681) τα τοπογραφικά χαρακτηριστικά επιλογής της θέσεως των σημαντικών αρχαίων πόλεων, τα πραγματικά δεδομένα της τοποθεσίας και του μνημείου της Ακροπόλεως του Κάστρου της Λαμίας, καθώς και την γενική παραδοχή, ότι η πόλη Ελλάδα βρισκόταν κοντά στον Σπερχειό, αυτή η πόλη, με βεβαιότητα, ήταν κτισμένη στη σημερινή θέση της Λαμίας, στην αμφιθεατρική μικρή κοιλάδα, με την Οχυρή ακρόπολή της πάνω στο μοναδικό βράχο (εικ. 34/4).

Κάποιοι υποστηρίζουν πως η Ελλάδα βρισκόταν στην Ελώδη κοιλάδα του Σπερχειού, στην Ανθήλη ή στο Κόμμα και άλλοι στα Φάρσαλα, ή στο Οροπέδιο του Δομοκού, στην περιοχή της Μελιταίας.

Στην Ανθήλη ή το Κόμα δεν είναι δυνατόν να ήταν κτισμένη η Ελλάδα διότι πνιγόταν από τις πλημμύρες του Σπερχειού η περιοχή δε στα Φάρσαλα και στο Δομοκό, διότι δεν υπάρχει ο Σπερχειός σε αυτές τις περιοχές.

Ελλάδα ονομαζόταν αρχικά ο Σπερχειός, όπως αναφέρει ο Ι. Βουρτσέλας στο βιβλίο (Φθιώτις σ. 26). Ως Ελλάδα αναφέρεται ο Σπερχειός και στον «Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως», λόγω των Ελών που υπήρχαν.

Ο Παυσανίας στα Φωκιακά (20.7) αναφέρει ότι, στα λιμνάζοντα Έλη του Σπερχειού πνίγηκαν πολλοί Κέλτες, όταν ο Βρίνος πέρασε από την Κοιλάδα του Σπερχειού κατευθυνόμενος για του Δελφούς.

Ακόμα, η ονομασία «Ελλάδα», ότι πρόκειται περί πόλεως, η οποία συνδέεται με τον Σπερχειό, επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές του Ομήρου.

Στην (Ιλ. Π΄173) αναφέρει τον Μενέσθιο, αρχηγό ενός τμήματος, γιο του Σπερχειού, με «πολυστολισμένο θώρακα του ποταμού», τον οποίο γέννησε η κόρη του Πηλέα, Πολυδώρα.

Αναφέρει ακόμα (Ιλ. Π΄594) ότι: «ο Λυκίων, σκότωσε τον Μεγαλόψυχο Βαθοκλέα, γιο του Χάλκωνα, «ο οποίος έχοντας κατοικία στην Ελλάδα, διέπρεπε μεταξύ των Μυρμιδόνων στον Πλούτο και την ευτυχία».

Στην Οδύσσεια δε (Οδ. λ΄495) ο Αχιλλέας ρωτάει τον Οδυσσέα, «αν τιμούν ακόμα μέσα στους πολλούς Μυρμιδόνες τον Πηλέα, στην Ελλάδα και στο Φθία»;

Και εδώ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα και η Φθία είναι πόλεις, τις οποίες όταν τις αναφέρει ο Όμηρος τις ξεχωρίζει από τις άλλες τέσσερις και τις συνδέει με το «και» ως ισάξιες.

Στον (χαρτ. 36) απεικονίζονται: Οι Μυκήνες, η Τροία, το τείχος, της Ακροπόλεως, της Φθίας στο Κάστρο Λιμογαρδίου και η Ακρόπολη της Ελλάδας στο Κάστρο της Λαμίας, που είναι τοποθετημένες σε στρατηγικά σημεία και σχεδιασμένες πανομοιότυπα, επιβεβαιώνουν τις πραγματικές θέσεις των πόλεων Φθίας και Ελλάδας.
Ο χώρος της επικράτειας του Πηλέα

Η κυρίαρχη επικράτεια της χώρας του Πηλέα, περιλαμβάνει την κεντρική κοιλάδα του Σπερχειού, του Μαλιακού, τις νότιες περιοχές της Οθρύος και Βόριες του Καλλιδρόμου.

Στον (χαρτ. 34) της Φθιώτιδος σημειώνονται με ευθεία γραμμή τα όρια της κυρίαρχης επικράτειας (Ι) του Πηλέα και με διακεκομμένες γραμμές σημειώνονται τέσσερις περιοχές: (II), (III), (IV), (V), στις οποίες είχε παραχωρήσει δοτή εξουσία σε τοπικούς άρχοντες ο Πηλέας, διατηρώντας την επικυριαρχία.

Κατά τον Αριστοτέλη (πολιτικά Γ. 16,5), στην νοτιοανατολική Φθιώτιδα είχε παραχωρηθεί από τον Πηλέα η Οπούντα (V) στον Αίαντα (Ιλ. Β. 527).

Κατά τον Όμηρο (Ιλ. Ι' 484) είχε παραχωρηθεί η Δολοπία (II) στον Φοίνικα.

Η θαυμακία (III) περιοχή του Δομοκού, εκτεινομένη μέχρι τα παράλια του Αλμυρού (Ιλ. Β'. 716), αναφέρεται και από τον Στράβωνα (Θ' C. 342,7) είχε παραχωρηθεί στον Φιλοκτήτη.
Στην Ανατολική Φθιώτιδα η περιοχή της Ανδρώνος, Πτελεού κλπ. (ΙV) κατά τον Στράβωνα (Θ'.C. 432,7) και τον Όμηρο (Ιλ. 695) είχε παραχωρηθεί στον Πρωτεσίλαο.

Στα νότια όρια με τη Βοιωτία και Φωκίδα δεν υπάρχουν πληροφορίες αν υπήρχε παραχώρησε εξουσίας από τον Πηλέα.

Όπως φαίνεται, ο λόγος που πολλές γειτονικές περιοχές της επικράτειας του Πηλέα διεκδικούν την Φθία, ήταν αυτός της παραχωρήσεως δοτής εξουσίας σε τοπικούς αρχηγούς.
9

Το Ναρθάκιον

Η αρχαία πόλη Ναρθάκιον κτίσθηκε στον χώρο της καταστραφίσης Φθίας, στο Κάστρο Λιμογαρδίου, από τους Θεσσαλούς που κατήλθαν το (1.124 π.Χ.) στην Φθιώτιδα και την Βοιωτία, όπως γράφει ο Θουκυδίδης (Α' 12), καταστρέφοντας τα πάντα.

Το Ναρθάκιον αναφέρεται από τον Ξενοφώντα (Αγ. ΙΙ 2,7) τον Πτολεμαίο (ΙΙΙ. 13,46), τον Στράβωνα (Θ'. C. 434, 10), τον Ι. Βουρτσέλα (Φθιώτις σελ. 70) κ.ά. Όπως συνηθιζόταν στην αρχαιότητα, όταν καταστρεφόταν μια σημαντική πόλη, στη θέση της κτιζόταν νέα, πολλές φορές με νέα ονομασία.

Η Τροία π.Χ. κτίστηκε πάνω στην Πόλη Ίλιον όταν καταστράφηκε και ξανακτίστηκε οκτώ φορές στον ίδιο χώρο μετά από κάποια καταστροφή.

Κάτω από τα ερείπια της Κνωσού, ο Έβανς αποκάλυψε λείψανα δύο πολύ παλαιοτέρων πόλεων.

Έτσι και πάνω στη Φθία κτίστηκε το Ναρθάκιον, πάνω στην Ελλάδα κτίστηκε η Λαμία και πάνω στην Άλο, ενδέχεται να κτίσθηκε ο Εχίνος.

Την θέση του Ναρθακίου αμφισβήτησε πρώτος ότι βρισκόταν στο Λιμογάρδι ο Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης το 1892, γράφοντας στο περιοδικό (Προμηθέας Τομ. Δ. σελ. 1337), ότι βρισκόταν σε ομώνυμο χωριό στα Φάρσαλα.

Ο αρχαιολόγος Ν. Γιαννόπουλος, απάντησε στην επιθεώρηση (Νεολόγος, το 1893, τομ. Γ' σελ. 25) που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη και συνέχισε στην Ελλάδα, πώς όσα έγραψε ο Εσφιγμενίτης ήταν εντελώς αυθαίρετα, χωρίς αναφορές σε καμία πηγή, μη γνωρίζοντας ακόμα και την ονομασία της πόλεως Ναρθακίου, που το αποκαλούσε «Ναρκίσεον» και το διόρθωσε μετά από την απάντησή του Ν. Γιαννοπούλου.

Το τοπογραφικό θέμα του Ναρθακίου επιλύθηκε αναφμισβήτητα οριστικά το 1881, όταν ανακάλφθηκαν στο Λιμογάρδι επιγραφές σε μεγάλες πέτρες που δεν είναι δυνατόν να είχαν μεταφερθεί από άλλο μέρος.

Η ανακάλυψη έγινε από τον καθηγητή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα. B. Laticheff (Δελτίον Αλληλογραφίας Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, VI 1882, σελ. 365-387 και 580-586, τομ. ΙΙΙ αριθμοί 307).

Οι επιγραφές (εικ. 31) της πρώτης σελίδος αναφέρονται σε διάταγμα που επέλυε κτιματικές διαφορές μεταξύ των γειτονικών πόλεων Ναρθακίου και Μελιταίας και για ένα ιερό σε έρημο χωριό, πιθανότητα, την Πρά, που βρισκόταν στη σημερινή περιοχή Λούτσα, της Δίβρης.

Όπως γράφει ο Γάλλος καθηγητής B. Laticheff, οι επιγραφές πέραν των άλλων έφεραν στο φως, ότι το Ναρθάκιον ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη, διότι στις πέτρες ήταν χαραγμένα τα ονόματα προξένων και πρεσβευτών 27 ελληνικών και μικρασιατικών πόλεων, μεταξύ των οποίων του Μαντείου των Δελφών.

Ο Ι. Βουρτσέλας στο βιβλίο του (Φθιώτις σελ. 70), καθώς και ο Γάλλος καθηγητής, αποδίδουν την σπουδαιότητα του Ναρθακίου, στα αρχαία μεταλλεία Χαλκού στο Λιμογάρδι.

Από την ονομασία της πόλεως Ελλάδα του Αχιλλέα, την πρώτη Αμφικτιονία της Ανθήλης, που αποκαλείται και Πυλαία, διότι βρισκόταν στην πύλη των Θερμοπυλών, προήλθε και καθιερώθηκε η ονομασία της χώρας Ελλάδα και Έλληνες.

Αυτό έγινε σταδιακά, όταν μεταφέρθηκε η Πυλαία Αμφικτιονία στους Δελφούς, υποχρεώνοντας τις νέες πόλεις που προσχωρούσαν να λέγονται Έλληνες. Ο Θουκυδίδης (Α' 132) γράφει πως οι Έλληνες δεν λεγόταν οι απόγονοι του Ελλήνος, γιο του Δευκαλίωνος, αλλά αυτή που πήραν μέρος στον πόλεμο της Τροίας με τον Αχιλλέα από την πόλη Ελλάδα.

Σημειώνεται ακόμη ότι το εθνικό όνομα Έλληνες, επικράτησε μετά την νίκη των Ελλήνων στις Πλαταιές, με την αφιέρωση Τρίποδος στο Μαντείο των Δελφών, από τον Παυσανία, με την επιγραφή: «Ελλήνων αρχηγός επί στρατών ώλεσε Μήδων Παυσανίας, Φοίβω μνήμ' ένθεκεν τώδε».

Η ονομασία της αρχαίας πόλεως του Αχιλλέα, Ελλάδα προήλθε, όπως προκύπτει από αντικειμενικά ετυμολογικά κριτήρια και συγκριτικές ετυμολογίσεις από τις λέξεις: Έλος και κοιλάδα-απλάδα.

Σήμερα, πολλοί ερευνητές κινούνται ελεύθερα, αγνοώντας το κατεστημένο, ανατρέποντας παλιές απόψεις, θεωρίες και χρονολογήσεις.

Ο Ελβετός αρχαιολόγος Έριχ Φον Νάικεν είπε στο περιοδικό (Ανεξήγητο, Τ. 149), ότι, τα αρχαιολογικά μνημεία στην Ελλάδα είναι πολύ παλαιότερα από ό,τι χρονολογούνται από τους αρχαιολόγους, διότι δεν χρησιμοποιούν νέες μεθόδους, για να μην οδηγήσουν στην αναθεώρηση της ιστορίας.

Ο Κ.Β. Κουτροβέλης στο βιβλίο του «Αναχρονολόγηση της Ιστορίας», με τοπογραφικά και αστρονομικά κριτήρια, τοποθετεί τον Τρωικό πόλεμο στο (3.087) και όχι στο 1183 που τοποθετείται συμβατικά.

Ο αρχαιολόγος Θεόδωρος Σπυρόπουλος περιοδικό (Τρίτο Μάτι, Τ. 53) τοποθετεί την Αργοναυτική εκστρατεία μια χιλιετία πριν από τον Τρωικό και όχι μια γενιά που τοποθετείται από το κατεστημένο.

Το ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν έγινε το (1.183) καταμαρτυρείται και από το αγγείο που βρέθηκε στην εγκωμή της Κύπρου (Εικ. 17/4), το οποίο βρίσκεται στο Μουσείο της Λευκωσίας του (14-15ου π.Χ. αιώνος) και απεικονίζει σκηνή από τον Τρωικό τρεις αιώνες πριν γίνει.

Και τα τοπογραφικά δεδομένα του Μαλιακού μαρτυρούν ότι ο Τρωικός έγινε παλαιότερα του (1183).

Το 480 κατά τη μάχη των Θερμοπυλών η θάλασσα βρισκόταν στις Θερμοπύλες. Σήμερα, μετά από 2.480 χρόνια έχει απομακρυνθεί 5.000 μέτρα.

Κατά τον Τρωικό πόλεμο η θάλασσα έφθανε μέχρι την Τραχίνα-Ηράκλεια και την Αλόπη-Αγία Παρασκευή, στον προϊστορικό οικισμό.

Σήμερα, η θάλασσα έχει απομακρυνθεί από Ηράκλεια και Αγία Παρασκευή 8.500 μέτρα. Αναλογικά, για να προσχωθούν 8.500 μέτρα πέρασαν 2.216 χρόνια. Δηλαδή ο Τρωικός έγινε το 2.216 π.Χ.

Από την πόλη Ελλάδα του Αχιλλέα, προήλθε η εθνική μας ονομασία και από την Πυλαία Αμφικτονία προήλθε ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών και το Διεθνές Δίκαιον και πρέπει να αναδειχθούν στην Φθιώτιδα
10

 Η κύρια επικράτεια του Αχιλλέα, σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. Β 681) είχε τις πόλεις: Πελασγικό Άργος, την Άλο, την Αλόπη, την Τραχίνα, την Φθία και την Ελλάδα. Κατά τον Αριστοτέλη όμως (Πολιτ. Γ 16.5) και το Στράβωνα (Θ.C. 432.7), η επικράτειά του ήταν ευρύτερη, με επικυριαρχία που διατηρούσε σε γειτονικές περιοχές, στις οποίες είχε παραχωρήσει εξουσίες σε τοπικούς αρχηγούς. Στο χάρτη της Φθιώτιδος, με κίτρινους κύκλους σημειώνονται οι έξι πόλεις του Αχιλλέα και με διακεκομμένες γραμμές η επικυριαρχία του.
11
ΧΑΡΤΗΣ 34
Οι περιοχές με δοτή εξουσία από τον Πηλέα είναι:
1. Της Δολοπίας στη δυτική Φθιώτιδα, που δόθηκε στο Φοίνικα (Ιλ. Ι 484).
2. Της Ανδρώνας στην ανατολική Φθιώτιδα που δόθηκε στον Πρωτεσίλαο (Ιλ. Β 625, Στράβωνας Θ.C. 432.7).
3. Της Οπούντας στη νοτιοανατολική Φθιώτιδα που δόθηκε στον Αίαντα (Ιλ. 527, Αριστοτέλης Πολιτ. Γ. 15.7).
4. Της Θαυμακίας στη βόρειο Φθιώτιδα που δόθηκε στον Φιλοκτήτη (Ιλ. Β 716, Στράβωνας Θ.C. 432.7).
5. Για τα Ν.Δ. όρια της επικράτειάς του, δεν υπάρχουν μαρτυρίες παραχωρήσεως εξουσίας στους αρχηγούς Σχέδιο και Επίστροφο της Φωκίδος (Ιλ. Β 517).
6. Παρατηρείται στο χάρτη, πως ολόγυρα, στα τρία σημεία του ορίζοντα υπήρχαν επικυριαρχίες, πιθανώς και στο τέταρτο, που εξασφάλιζαν την άμυνα στο βασίλειο του Αχιλλέα
12
ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΝΑΡΘΑΚΙΟΥ
Στην ακρόπολη του κάστρου Λιμογαρδίου, κατά πάσα βεβαιότητα βρισκόταν η "Φθία" σε υψόμετρο 860 μέτρων, στο στρατηγικότερο σημείο ελέγχου της κοιλάδας του Σπερχειού και από την ακρόπολη, που υπάρχουν απομεινάρια του ανακτόρου, φαίνονται όλες οι πόλεις τηςΕπικράτειας του Αχιλλέα (Ιλ. Β 681), καθώς και οι περιοχές που παραχωρήθηκε η εξουσία σε τοπικούς αρχηγούς, πλην της ΘαυμακίαΜετά την κατάληψη και την καταστροφή της Φθίας από τους Θεσσαλούς το 1100 π.Χ. (Θουκυδίδης Α 10), οι οποίοι έφθασαν μέχρι τη Βοιωτία, στην ίδια ακρόπολη κτίστηκε η πόλη Ναρθάκιον, την οποία αναφέρουν: ο Πτολεμαίος (ΙΙΙ 13-46), ο Ξενοφών (Αγησ. ΙΙ 2-7), ο Στράβωνας (Θ.C. 434.10) και ο Ι. Βουρτσέλας στο βιβλίο του "Φθιώτις" (σελ. 70-71).
Η σπουδαιότητα των δύο από τις έξι πόλεις της Επικράτειας του Αχιλλέα: η Φθία στο κάστρο Λιμογαρδίου και η Ελλάδα στο κάστρο Λαμίας, βεβαιώνεται από τον Όμηρο (Οδ. λ. 495-496), στην αναφορά που γίνεται σε συνομιλία του Αχιλλέα με τον Οδυσσέα, που τον ρωτάει "αν τιμούν ακόμα οι Μυρμιδόνες τον πατέρα του - Πηλέα - στη Φθία και την Ελλάδα"Το τοπογραφικό πρόβλημα που υπήρχε για την πόλη Ναρθάκιον καθώς και για τη Φθία "λύθηκε οριστικά", όπως γράφει ο Γάλλος αρχαιολόγος B. Laticheff, της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, στη μελέτη του για τις επιγραφές της πόλεως Ναρθάκιον, που βρέθηκαν το 1882 κοντά στο Λιμογάρδι (Δελτ. Ελληνικής Αλληλ. της Γαλ. Σχολής Αθηνών, VI 1882, σελ 356-387 και 580-586 Τ. ΙΙΙ αριθ. 307). Ο Γάλλος αρχαιολόγος B. Laticheff τονίζει ακόμη στη μελέτη του για τις επιγραφές που βρέθηκαν στο Λιμογάρδι, πως το Ναρθάκιον ήταν σπουδαία πόλη, διότι βρέθηκαν ονόματα 27 προξένων και πρεσβευτών που ήταν διαπιστευμένοι από Ελληνικές και Μικρασιατικές πόλεις, μεταξύ των οποίων και οι Δελφοί. Το ίδιο υποστηρίζει και ο Ι. Βουρτσέλας (Φθιώτις, σελ. 70-71).
Τη σπουδαιότητα του Ναρθακίου αποδίδουν, ο Γάλλος αρχαιολόγος και ο Ι. Βουρτσέλας (Φθιώτις σελ. 34) στα αρχαία μεταλλεία χαλκού που υπάρχουν στην περιοχή Λιμογαρδίου

13
Αρχαίες επιγραφές που βρέθηκαν στο Ναρθάκιο
ΤΕΙΧΟΣ ΛΙΜΟΓΑΡΔΙΟΥ
ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ
Μετά από πολυετή μελέτη των έργων του Ομήρου, καθώς και άλλων Ελλήνων και ξένων ερευνητών και επιτόπια τοπογραφική έρευνα στην περιοχή της Φθιώτιδος, η αρχαία Ομηρική Φθία, εντοπίζεται στην αρχαία πόλη Ναρθάκιον, στο κάστρο Λιμογαρδίου, κοντά στη Λαμία, νοτίως της Όθρυς, όπως τοποθετείται από Έλληνες και ξένους ερευνητές καθώς και τον Όμηρο (Ιλ. Β 681).
Ν. Καραγεώργος
Αρχαιολογια .gr
narthakion.com
ΠΕΛΑΣΓΙΑ ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ
Nικ.Μπατσικανής
ΑΡΧ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ.
ΠΑΡΑΘΕΣΗ
ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΝΤ. ΠΑΥΛΟΥ κ ΝΙΚΟΥ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗ
Η αρχαία '''Φθία''', ήταν κράτος του βασιλείου των Μυρμηδόνων. Κατά τους χρόνους των Ομηρικών Επών (1280 π.Χ.) κυβερνούσε εκεί ο Αχιλλέας, γιος του Πηλέα και της Θέτιδας.
Από τα Έπη του Ομήρου και άλλους ποιητές, συγγραφείς και μελετητές της αρχαιότητας, είναι γνωστό πως η αρχαία Φθία βρισκόταν στην Ανατολική Φθιώτιδα.
ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΤΕΙΝΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΑ ΑΓΧΙΑΛΟ ΩΣ ΤΑ ΦΑΡΣΑΛΑ, ΤΗ ΛΑΜΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΩΡΑΙΟΥΣ, ΗΤΑΝ: ΤΟ ΠΕΛΑΣΓΙΚΟΝ ΑΡΓΟΣ (Ή ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ, ΟΠΩΣ ΛΕΓΟΤΑΝ Η ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΠΕΛΑΣΓΙΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ), Η ΑΛΟΣ, Η ΑΛΟΠΗ και Η ΤΡΑΧΙΝΑ.
Η αρχαία Φθία δεν ήταν μία πόλη (όπως υποστηρίζουν κάποιοι, που μάλιστα την ταυτίζουν με τα σημερινά Φάρσαλα), αλλά ολόκληρη περιοχή, όπως αυτή αναφέρεται από τον Όμηρο στην «Ιλιάδα», ραψ. Β΄, στίχοι 681-685:
«Νυν αυ τους όσσοι το Πελασγικόν Άργος1 έναιον, οι τ' Άλον, οι τ' Αλόπην, οι τε Τρηχίνα νέμοντο, οι τ' είχον Φθίην ηδ' Ελλάδα καλλιγύναικα, Μυρμιδόνες δε καλεύοντο και Έλληνες και Αχαιοί, των αυ πεντήκοντα νεών ην αρχός Αχιλλεύς».
Μετάφραση:
«Κι απ' τ΄ Άργος το Πελασγικόν όσ' ήλθαν και απ' την Άλον και απ' την Τραχίνα πληθυσμοί και απ' την Αλόπην όσοι, κι όσοι απ' την καλλιγύναικα Ελλάδα και την Φθίαν, και Μυρμιδόνες και Αχαιοί και Έλληνες λέγονταν, πενήντα πλοία και αρχηγός εις όλους ήταν ο Αχιλλέας».
ΕΝΩ, ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ, ΛΑΡΙΣΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ ΤΗΣ ΦΘΙΑΣ (ΠΕΛΑΣΓΙΑ), αφού ο Στράβωνας, στα «Γεωγραφικά» (βιβλίο Θ΄ αριθμ. 435-440) γράφει:
«Είθ' εξής παραπλεύσαντι σταδίοις εκατόν ο Εχίνος υπέρκειται. Της δ' εξής παραλίας εν μεσογαία εστίν η Κρεμαστή Λάρισα, είκοσι σταδίους2 αυτής διέχουσα, η δ' αυτή και Πελασγία λεγομένη Λάρισα».
Ενώ, σε άλλο σημείο αναφέρει:
«Και Άλος, δε, και Λάρισα η Κρεμαστή και το Δημήτριον υπ' εκείνω, πάσαι προς έω της Όρθρυος».
Μετάφραση: Μετά από εκατό στάδια βρίσκεται ο Αχινός και πιο πέρα, 20 στάδια εσωτερικά της παραλίας, η Κρεμαστή Λάρισα, η οποία λέγεται και Πελασγία. Και οι πόλεις Άλος, Κρεμαστή Λάρισα και Δημήτριο, κάτω από εκείνο (το βασίλειο) βρίσκονται όλες, προς την ανατολική πλευρά της Όθρης.
Η ΛΕΞΗ ΛΑΡΙΣΑ Ή ΛΑΡΙΣΣΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ, ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΜΕΡΗ ΛΕΓΟΝΤΑΝ ΕΤΣΙ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΡΕΜΑΣΤΗ ΛΑΡΙΣΑ, ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ, ΑΥΤΗ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ.
Ο Στράβωνας έζησε από 67 π.Χ. μέχρι 23 μ.Χ. ενώ ο Όμηρος τον 9ο π.Χ. αιώνα.
1. Η πόλη "Άργος Πελασγικόν" (σ.σ. ή Κρεμαστή Λάρισα) είναι στην περιοχή της σημερινής Πελασγίας (βλ. H. M. Chadwick: The Heroic Age, 1912, σελ. 280, σημ. 1). ( Βλ. και Πλατή Δ. "Λαμία", Αθήνα 1973, σελ. 15 -19).
Δημοσίευση: http://www.mikrosapoplous.gr/iliada/BIBLIO_2_591_710.htm
2. Το στάδιο υπολογίζεται σε 184,83 μέτρα, και η απόσταση παραλίας Πελασγίας - Κρεμαστής Λάρισας 3.696 μέτρα, όσο πράγματι είναι
Στην αρχαιότητα τμήματα της σημερινής Μαγνησίας και μικρό μέρος του Νομού Λαρίσης ανήκαν στη Φθία, ενώ, μέχρι και στις αρχές του 20 αιώνα μ.Χ. τα χωριά Πτελεός, Σούρπη, Αχίλλειον, Άγιοι Θεόδωροι, Γαύριανη, της Μαγνησίας, ανήκαν στο Νομό Φθιώτιδας. Άλλωστε, και ο αρχαιολογικός χώρος της γειτονικής Νέας Αγχιάλου φέρει την ονομασία «Φθιώτιδες Θήβες». Από κει με πέρα άρχιζε η περιοχή της Ιωλκού, όπου βασίλευε ο Πελίας.
Μετά την ανακάλυψη των τάφων Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρας στις Μυκήνες, οι ήρωες της εποχής εκείνης δεν αποτελούν μυθικά πρόσωπα, ούτε τα γεγονότα μύθο. Το ίδιο, λοιπόν, κι ο σύγχρονός τους Αχιλλέας.
Όπως αναφέρει και ο Ευριπίδης στο έργο του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι»:
«Οι πολεμοχαρείς εκ Φθίας Μυρμιδόνες επέβαιναν σε 50 πλοία, που στην πρύμνη τους είχαν χρυσά αγάλματα Νηρηίδων. Μαζί με το Πελασγικόν Άργος, συμμετείχαν και η Άλος (κοντά στον Αλμυρό), η Αλόπη (κοντά στις Ράχες) και η Τραχίς (κοντά στη Λαμία)». (Υπάρχει, δε, κι άλλη αρχαία τραγωδία, οι «Τραχίνιες» του Σοφοκλή, που αναφέρονται στην Τραχίνα, που σήμερα λέγεται Ηράκλεια (λόγω του Ηρακλή και της γυναίκας του Δηιάνειρας που έζησε εκεί).
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Πελασγία ονομαζόταν Γαρδίκιον ή Γαρδίκι (όπως και πολλές ακόμη κωμοπόλεις της Ελλάδας) που σημαίνει μικρή πόλη ή πέρασμα, αλλά για να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες, αποκαλούνταν Γαρδίκιον Κρεμαστής Λαρίσης. Από το 1836 η σημερινή Πελασγία ονομαζόταν Γαρδίκιον Κρεμαστής Λαρίσης. Το 1926, το Δημοτικό Συμβούλιο του Γαρδικίου Κρεμαστής Λαρίσης (από το φρούριο (με Κυκλώπεια ή Πελασγικά τείχη) στην πλαγιά της περιοχής, το οποίο σώζεται ακόμη και φέρει ανά διαστήματα πύργους, τρεις πύλες και μία πυλίδα, πλάτους 1,36 μ.) αποφάσισε η κωμόπολη να λάβει το όνομα Πελασγία, στηριζόμενο στα παραπάνω γραφόμενα του Στράβωνα, ενώ ως σφραγίδα του Δήμου καθιερώθηκε κεφαλή του Αχιλλέα, παρόμοια με αυτήν που έφεραν νομίσματα που μόνο στην περιοχή αυτή βρέθηκαν και είχαν κοπεί μετά την αυτονομία που απέκτησε η περιοχή από τον Δημήτριο Πολιορκητή.
[ Αναφορές του Βιργίλιου στην «Αινειάδα» μιλούν για τον «Λαρισαίο Αχιλλέα»1. Δε χωράει αμφιβολία πως ο Ρωμαίος ποιητής τον συνδέει με τη Λάρισα Κρεμαστή η οποία ανήκε στην περιοχή της Όθρυος που θεωρούνταν πως εξουσίαζε ο αρχηγός των Μυρμιδόνων και όχι στην πρωτεύουσα της Θεσσαλίας2.
Αυτή η ειδική σχέση της Λάρισας Κρεμαστής με τον Αχιλλέα παρουσιάζεται και στο νόμισμα που έχει κόψει η πόλη μετά την αυτονομία (302 π.Χ.) που της παραχώρησε ο Δημήτριος Πολιορκητής, το οποίο κυκλοφορούσε παράλληλα με τα νομίσματα των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου3. Στη μία όψη του εικονίζεται κεφαλή του Αχιλλέα με πλούσια μαλλιά και στην άλλη η Θέτιδα να ιππεύει ιππόκαμπο και να κρατάει ασπίδα (του Αχιλλέα;) πάνω στην οποία υπάρχει το μονόγραμμα ΑΧ (Αχιλλέας ή Αχαιοί;)4. Τα παραπάνω νομίζω πως αντανακλούν παγιωμένες αντιλήψεις για αλληλεξάρτηση του Αχιλλέα και της μητέρας του με την Κρεμαστή Λάρισα αλλά και όλη την Αχαΐα Φθιώτιδα γενικότερα. Εννοείται πως σε αυτές τις πεποιθήσεις αναδύεται βασικά ένα θρησκευτικό στοιχείο που αφορά δυνάμεις που συνδέονταν με την περιοχή.
Προϋπόθεση αυτής της θέσης είναι η πληροφορία του Ησίοδου πως η Όθρυς αποτελούσε θεϊκό βουνό στο οποίο ήταν εγκατεστημένο το συμβούλιο των Τιτάνων, όπως γράφει στη «Θεογονία»5.
1. Οι αναφορές στην «Αινειάδα» έχουν ως εξής: «Quos neque Tydides, nec Larissaeus Achilles», 2,197 και «et Tydides et Larissaeus Achilles», 11,404.
2. Βλ. τα επιχειρήματα στο kennedy Benjamin Hall, P. Vergili Maronis Bucolica, georgika, Aeneis. The wοrk of Virgil with commentary and appendix, London 1876, σ. 414 και Anthon Charles (Ed.), Classical Dictionary, New York 1869, λ. Larissa, σ. 723.
3. Βλ. Heyman C., «Achille-Alexandre, sur les monnaies de Larissa Cremaste en Thessalie», Studia Hellenistica 16, (Antidorum W. Peremans) Louvain–La Neuve 1968, 115-125.
4. Βλ. περιγραφή του νομίσματος στο Forrer L. , The Weber Collection, V. II Greek Coins, London 1924, σ. 220.
5. «Θεογονία», 631-633.
Νίκος Αντ. Παύλου,
http://pelasgia.blogspot.com/2011/02/blog-post_6713.html/ ].
διαβάστε περισσότερα » >

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Ο θρήνος για την Άλωση της Πόλης & η σημασία του για Φθιώτιδα – Ευρυτανία !





Στο Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως του έτους  1453 (στίχοι 770 – 980) αναφέρεται :
 “…Τα Φάρσαλα, ο Δομοκός, Ζητούνη, Λεβαδία, το να ιδούσι τον Σταυρόν στην ώρα προσκηνούσι, Ελλάδα, Πάτρα, Άγραφα, Βελούχι και Πριστόλιο…”.
 Για τη σημερινή Φθιώτιδα και τη σημερινή Ευρυτανία, στα όρια ακριβώς των οποίων κείται το ιστορικό χωριό Μαυρίλο, άλλοτε πρωτεύσουσα του δήμου Τυμφρηστού, η ανωτέρω αναφορά στο θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως το έτος 1453 έχει εξέχουσα σημασία, διότι :
 1ον,     Ως ¨Ελλάδα¨ αποκαλείται η περιοχή γύρω από τον Έλληνα ποταμό [ Σπερχειό ], η ίδια ακριβώς περιοχή απ’ όπου προέρχονταν οι πολεμιστές του Αχιλλέα που αποκαλούνταν Έλληνες και οι οποίοι εξεστράτευσαν υπό την ηγεσία του στην Τροία μαζί με άλλα ελληνικά φύλα [ Μυρμιδόνες ], η ίδια ακριβώς περιοχή που σήμερα βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας και έδωσε το όνομά της σε ολόκληρη τη χώρα μας.
 2ον,     Ως “Πάτρα” αποκαλείται βεβαίως η “Νέα Πάτρα”, δηλαδή η Υπάτη, που και τότε ακόμη ξεχώριζε πολιτισμικά στη Ρούμελη. Ως “Ζητούνη” ή ‘’Ζητούνι” αποκαλείται ήδη από τον 8ο αι. η Λαμία, σημερινή πρωτεύουσα του νομού Φθιώτιδας. Τέλος, αναφορά γίνεται και στο Δομοκό, ώστε κατ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αναφέρονται όλα ανεξαιρέτως τα γνωστά κέντρα του ελληνισμού στην τότε περιοχή της σημερινής Φθιώτιδας.
 3ον,     Ως “Βελούχι” αποκαλείται η ορεινή περιοχή του όρους Τυμφρηστός, που και σήμερα ακόμη αποκαλείται ως Βελούχι και ευρίσκεται στα όρια των νομών Φθιώτιδας [ ανατολικός Τυμφρηστός ] και Ευρυτανίας [ δυτικός Τυμφρηστός ]. Αποδεικνύεται ότι όλα ανεξαιρέτως τα χωριά του Βελουχιού το έτος 1453 υπήρξαν τόσο σημαντικά κέντρα του ελληνισμού, ώστε αποτελούσε απολύτως φυσιολογικό γεγονός να μνημονεύονται στο θρήνο της Πόλης.
 4ον,     Τ’ Άγραφα της σημερινής Ευρυτανίας και ειδικώς το χωριό των Αγράφων Πριστόλιο [ σημερινό : Πετρίλο ] αποδεικνύεται ότι κατείχαν ξεχωριστή θέση στην εθνική συνείδηση όλων των κατοίκων της Ρούμελης.
Την αποφράδα ημέρα της ρωμιοσύνης λοιπόν, η πονεμένη καρδιά των Ρωμιών κτυπούσε, πού αλλού. στη ΡΟΥΜΕΛΗ !

διαβάστε περισσότερα » >

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

ΠΛΥΣΙΜΟ ΡΟΥΧΩΝ ΣΤΗΝ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗ

           
Πολύ κουραστική δουλειά, κυρίως τότε, που δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις (πλυντήριο). Κατά αρχάς υπήρχε πρόβλημα με το νερό. Τρεχούμενο νερό στα σπίτια του χωριού δεν υπήρχε. Το κάθε χωριό υδρευόταν από δημόσιες βρύσες, με νερά πηγών ή από πηγάδια. Κι αν αναλογιστούμε ότι τότε κάθε οικογένεια είχε πολλά μέλη, τότε καταλαβαίνουνε την ποσότητα των ρούχων που μαζεύονταν για μπουγάδα. Έπρεπε λοιπόν να πλύνει την ποσότητα αυτή των ρούχων, όπου μπορούσε πιο εύκολα, δηλ στις δημόσιες βρύσες, όπου σε μερικές απ’ αυτές, υπήρχε κατάλληλα διαρρυθμισμένος εξωτερικός χώρος, οι στέρνες [και μεγάλες κορύτες (γούρνες), για να ποτίζουν τα ζώα], ή στα ποτάμια, αν υπήρχαν κοντά στο χωριό.
         

Δίπλα στη στέρνα, η νοικοκυρά άναβε φωτιά, για να ζεστάνει μια ποσότητα νερού, αρκετή για να ολοκληρώσει την πλύση. Το νερό το ζέσταινε στο καζάνι (χαρανί). Αφού τελείωνε την μπουγάδα (με πλάκες σαπουνιού, άσπρες ή πράσινες) και το ξέπλυμα, τα ελαφριά ρούχα τα κρέμαγε, για να στεγνώσουν, σε κλαδιά δέντρων ή τα άπλωνε σε πέτρες, ενώ τα βαριά (όπως βελέντζες, φλοκάτες, κάπες κ.ά.), τα χτύπαγε με τον κόπανο, ένα χοντρό ξύλο πλατύ απ’ τη μια άκρη του, για να φύγει μεγάλη ποσότητα νερού, μιας και μετά το πλύσιμο αυτά ήταν ασήκωτα, και μετά τα κρεμούσε κι αυτά σε δέντρα ή τα άπλωνε σε πέτρες για να στεγνώσουν.
         

Το πλύσιμο των ρούχων, ανάλογα βέβαια και την ποσότητα, γινόταν σε αραιά διαστήματα, ακριβώς λόγω της δυσκολίας του, και πολλές φορές έπαιρνε κι ολόκληρο το πρωινό για να τελειώσει. Μάλιστα για να μην χάνει χρόνο, προσπαθούσε παράλληλα, να κάνει και καμιά άλλη δουλειά ίσως. Όπως παραδείγματος χάρη, έπαιρνε μαζί της και τα γιδοπρόβατα και τα βοσκούσε σε παράπλευρο κοντινό χώρο, ώστε να τα επιβλέπει.
         

Για απορρυπαντικό υπήρχε μόνο το σαπούνι, που το έφτιαχναν μόνες τους οι νοικοκυρές. Οι πολλαπλές ανάγκες της οικιακής οικονομίας οδήγησαν τις νοικοκυρές σε ευρηματικές λύσεις. Ήταν απαραίτητο να γνωρίζουν να παράγουν μόνες τους τα είδη εκείνα που τους ήταν πολύ αναγκαία, για να καλύπτουν τις ανάγκες τους, πέρα από εκείνες της διατροφής. Και το σαπούνι ήταν ένα από τα απολύτως απαραίτητα προϊόντα.
         
Στα αστικά κέντρα το σαπούνι το κατασκεύαζαν οι βιοτεχνίες, αλλά στα χωριά εκτός του ότι δεν υπήρχαν βιοτεχνίες, δεν είχαν και την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν. Εκεί οι νοικοκυρές είχανε τον τρόπο να κάνουν μόνες τους το σαπούνι και μάλιστα να είναι πολύ καλύτερης ποιότητας, από εκείνο του εμπορίου.
          Πρώτη ύλη η μούργα από το λάδι. Όλα τα κατακάθια που έμεναν στον πάτο του ντεπόζιτου ή της στάμνας μαζί με υπολείμματα του λαδιού δεν τα πετάγανε, αλλά τα φυλάγανε.
          Ρίχνανε στο χαρανί (= μεγάλη κατσαρόλα) ό,τι χρειαζότανε για να γίνει το σαπούνι. Η μεγάλη πείρα τους, τους βοηθούσε να υπολογίζουν με ακρίβεια τις αναλογίες από τα υλικά που θα χρησιμοποιούσαν. Εκτός από τα κατακάθια του λαδιού (ή λίπος ζώων, κυρίως από το χοιρινό, αλλά αυτό δεν καθάριζε καλά τα ρούχα και δεν το προτιμούσαν), ρίχνανε καυστική σόδα - την ποτάσα (σαπουνόπετρα)- και χοντρό αλάτι, αρωματικά (λεμόνι ή μυρτιά) και χρώματα. 

Την ποτάσα την προμηθεύονταν από το μπακάλη, που την πούλαγε μέσα σε σιδερένιο δοχείο. Ακόμη πιο παλιά, που δεν υπήρχε η ποτάσα, στο ψήσιμο του σαπουνιού χρησιμοποιούσαν τη δρυμή. Η δρυμή ήταν απόσταγμα της στάχτης. Κατά την διάρκεια του βρασμού το ποτίζανε με νερό. 

Με τη σιγανή φωτιά και το συνεχές ανακάτεμα, πετυχαίνανε την τέλεια πρόσμειξη όλων αυτών των υλικών, που τελικά γινόταν μια ενιαία μάζα, η οποία έπηζε. Στη μέση του καζανιού, σταύρωναν 2 ξύλα, για το καλό.
          Όταν διαπίστωναν ότι έπηξε καλά, το κατεβάζανε από τη φωτιά. Το αφήνανε να κρυώσει σε σκιερό μέρος και μετά το κόβανε με πριόνι σε μεγάλες πλάκες που θα ζύγιζε η καθεμιά περίπου μια οκά (= Μονάδα βάρους στερεών και υγρών προϊόντων, που υποδιαιρείται σε 400 δράμια και ισοδυναμεί με 1282 γραμμάρια. Στην Ελλάδα ίσχυε μέχρι τις 31-3-1959, οπότε αντικαταστάθηκε από το κιλό).
         

Επίσης χρησιμοποιούσαν και την αλισίβα, για το μαλάκωμα των ρούχων.
          Είχαν  χαλκωματένια καζάνια, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Τα γέμιζαν νερό από το πηγάδι. Επάνω στο  καζάνι, στις άκρες του, έβαζαν δυο σιδερένιες βέργες. Πάνω σε αυτές τοποθετούσαν έναν κουβά τσίγκινο, στο κάτω μέρος του οποίου είχαν ανοίξει τρύπες και είχαν στρώσει σε αυτό ένα πανί, το «σταχτοπάνι» και από πάνω έβαζαν στάχτη. Μετά άναβαν τη φωτιά κάτω από το καζάνι και μόλις ζεσταινόταν το νερό  έπαιρναν λίγο με μια κολοκύθα ή ένα κατσαρολάκι και το έριχναν πάνω στη στάχτη του κουβά. Το νερό  που έτρεχε στο καζάνι (μέσα από τη στάχτη, από τις τρύπες του κουβά) ήταν η  αλισίβα, που γινόταν πιο  δυνατή (σκληρή) όσο πιο πολλές φορές έριχναν νερό στη στάχτη.
          Το νερό στο καζάνι με την αλισίβα μαλάκωνε τα ρούχα και τα έκανε πιο καθαρά και αστραφτερά.

         

Αφού η νοικοκυρά είχε τελειώσει τη διαδικασία του πλυσίματος και του απλώματος, έπρεπε τώρα να τα μεταφέρει στο σπίτι. Σ’ αυτό το τελευταίο, επίσης δύσκολο κομμάτι, τη βοηθούσαν τα παιδιά της, και βέβαια τον κύριο ρόλο στη μεταφορά των ρούχων είχαν τα άλογα, τα μουλάρια ή τα γαϊδουράκια.
          Η νεροτριβή ή ντριστέλα ήταν η πιο απλή από όλες τις υδροκίνητες εγκαταστάσεις, ήταν υπαίθρια ή στεγασμένη και δεν χρειαζόταν χειριστής για την ρύθμισή της διότι δεν διέθετε κανένα μηχανισμό.
          Συνήθως ήταν στεγασμένη σε κτίσμα νερόμυλου και χρησίμευε για την επεξεργασία μάλλινων υφαντών κατά το στάδιο της κατασκευής τους π.χ. τα προικιά. Έπρεπε να περάσουν από την νεροτριβή, βελέντζες, μπατανίες, σαΐσματα, υφάσματα του σπιτιού και της φορεσιάς. Αυτό γινόταν για να αφρατέψουν και να δέσουν μεταξύ τους τα μάλλινα νήματα και οι κόμποι.
        

  Η νεροτριβή ήταν ένα ξύλινος κάδος μορφής κώνου, με το μεγαλύτερο τμήμα του χωμένο μέσα στο έδαφος ώστε η εσωτερική πίεση του νερού να μη δημιουργεί κινδύνους ανοίγματος των τοιχωμάτων. O κάδος συναρμολογείτο από σφηνωμένες μεταξύ τους σανίδες και το ύψος του κώνου ξεπερνούσε τα 2 μέτρα.
          Απ' έξω δενόταν περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Το βαγένι ήταν όρθιο ώστε το νερό να εκτοξεύεται κατακόρυφα, δημιουργώντας καθοδική και ανοδική κίνηση, ανεβοκατεβάζοντας τα ρούχα χωρίς δίνη. Επειδή μοιάζει με βαρέλι, κατασκευάζεται συνήθως από βαγενά (βαρελά) και όχι από μαραγκό.
        

  Στην Πελοπόννησο λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής:
          οι
γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα.
         


 Στην περιοχή της Δημητσάνας λειτουργούσαν έως τα μέσα του 20ού αιώνα 20 περίπου νεροτριβές. Ο σωστός υπολογισμός του χρόνου παραμονής του κάθε υφαντού στον κάδο αποδείκνυε την τέχνη του νεροτριβιάρη ή ντριστελιάρη Αν έμενε λιγότερο χρόνο, το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, ενώ, αν έμενε περισσότερο, μπορούσε να καταστραφεί. Γι' αυτό έβαζε πάντα μαζί ρούχα όμοιας κατασκευής .
          


Οι νεροτριβές είναι τα μόνα από τα υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια που εξακολουθούν, εκσυγχρονισμένα πια, να λειτουργούν ιδίως στην Κεντρική και τη Βόρεια Ελλάδα, κυρίως για πλύσιμο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γλώσσα και Λαογραφία της Εύβοιας - ΣΕΤΤΑΣ Δ.
                              ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ


ΠΗΓΗ 

διαβάστε περισσότερα » >